Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

γαλατσίδα (η)

το φυτό «ευφόρβιον», που μόλις το κόψεις βγάνει γαλακτώδη χυμό.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Γαλατσίδα /ἡ/ (γάλα – Λ. acetum) = ποικιλία τοῦ σκιαδανθοῦς τοξικοῦ φυτοῦ «εὐφόρβιον» ἐκκρίνουσα γαλακτώδη χυμὸν κατὰ τὴν τομήν.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Γαλατσίδα = χόρτο πού ὅταν κόβεται ἀναδίνει σταλαγματιές τοξικοῦ γάλακτος.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!