Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βύσαλο (το)

εσφαλμένη γραφή της λατινικής (besalis) και μεσαιωνικής λέξης βήσαλο = τούβλο, «οπτή πλίνθος» που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ως ιδιωματική λέξη και σημαίνει κεραμίδι, κομμάτι κεραμιδιού ή τούβλου. Μεταφορικά: κάθε πράγμα του σπιτιού (αορίστως) ή αγροτικού προϊόντος σε περιπτώσεις καταστροφής από σεισμό, πυρκαγιά, θεομηνία ή κλοπή. Απ΄ αυτό και η σχετική φράση: «Μωρ΄ δεν έμ΄νε βήσαλο» ή «δεν άφησαν βήσαλο». Κατάρα: «Να μη σου μείνει βήσαλο, να δώσει ο Θεός κι η Παναγία».
Έχομε και τη φράση: «Θα σου χτυπήσουν τα βήσαλα», δηλ. θα σε διαπομπεύσουν: Ήταν παλιά συνήθεια στη Χώρα κατά τη διάρκεια διαπόμπευσης ή χλευασμού ή και αστεϊσμού, όταν αυτές οι εκδηλώσεις γίνονταν ομαδικά, να χτυπάνε στον χλευαζόμενο διάφορα ηχηρά αντικείμενα, συνοδεύοντας την πράξη τους με φωνές και γέλια. Επίσης συνηθιζόταν, μέχρι το 1936, κάτι που το θυμούνται οι μεγαλύτεροι, να πηγαίνουν οι νικητές των εκλογών κάτω από τα σπίτια των ηττημένων κομματαρχών και να τους χτυπάνε τενεκέδες. Έτσι και στις δυο περιπτώσεις «χτυπούσαν τα βήσαλα».
Τη λέξη βήσαλο τη συναντάμε και σε γιατροσοφικά βιβλία (Λαϊκή Ιατρική της Λευκάδας, κώδικας Κατωπόδη, σελ 70, χωριό Πόρος) σαν …ιατρικό σύνεργο. Διαβάζομε: «Εις μύτην φάγουσα, πάρε δειάφι και κοκκινόβαρι και λιβάνι, δράμια 8 το καθένα και βάλε κάρβουνα εις ένα βήσαλο … να καπνίσεις τον πόνο…».»
Και ο Βαλαωρίτης, Φωτεινός, στ. 319 λέει: «Εγώ δε θέλω ο ξένος να μου χτυπά τα βύσαλα» και σημειώνει: «βύσαλο = κέραμος, μικρό τεμάχιον κεράμου». «Θα σου χτυπήσουν τα βύσαλα» είναι φράση  σημαίνουσα θα σε μυκτηρίσωσιν. Η έννοια αύτη προέκυψε εξ αρχαίας συνήθειας να εκτίθενται εις χλευασμόν, δια του τρόπου τούτου οι νυμφευθέντες γυναίκαι, ήτις δεν ευρέθη παρθένος».
Κι ο Άγγελος Σικελιανός, Αλαφροϊσκιωτος: «Τα λιθάρια, τα βύσαλα εδιάβαινε με το πόδι αλαφρό.»

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βύσαλο /τὸ/ (Ἰ. bussolo) = κέραμος, τεμάχιον κεράμου, κέρμα πηλίνου σκεύους.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


βήσαλο (τό): κέραμος, τεμάχιον κεράμου, ( AΡΧ=βήσαλον).
Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

Βύσσαλο, § θραῦσμα κεράμου. Π. ᾿ς τὸ κεραμύδι γεύεται ᾿ς τὸ βύσσαλο δειπνάει. Ἔνθεν καὶ ἡ ἀρὰ νὰ μὴ σοῦ μείνῃ βύσσαλο ἡ καὶ ἄλλως λεγομένη νὰ μὴ σοῦ μείνῃ λέθρα (ἰδ. λέθρα).

Σημ. Τὴν λ. ἄλλοι γρ. βήσαλον καὶ ἄλλοι βίσσαλον (ἰδ. Κρομμυδ. ἐν λ. καὶ ἐφ. Φιλομ. ἀριθ. 792). Ἡμεῖς δὲ βύσσαλον ἐκ τοῦ βυσόω = χώνω, στουμπώνω, διότι τἀ βύσσαλα οἱ τέκτονες χώνουσιν εἰς τοὐς τοίχους, ὡς λογάδας λίθους. Ἐκ τούτου καὶ ἡ παροιμία χώνει βύσσαλα καὶ βγάνει καρβέλια· ὅθεν βύσσαλον = στούμπωμα, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἄλλο δημοτικὸν στοῦμπος = μικρὸς λίθος.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!