Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βαρκός -ή -ό

τόπος «βαρύς» και σχεδόν πάντα νωπός, υγρός.
Η λέξη απαντά σχεδόν πάντα στον πληθυντικό: τα βαρκά.
Υπάρχουν πολλά τοπωνύμια στο νησί με την ονομασία αυτή.
Τα βαρκά έχουν χώματα παχειά, είναι εύφορα και ευκολόσκαφτα, ανάλογα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βαρκὸς -ὴ -ὸ (βαρὺς -ικὸς) = τόπος διαποτισμένος μονίμως (ὑγρός).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


βαρκό (ἔδαφος): ἔδαφος με μεγάλη ὑγρασία. Πιθανόν νά προέρχεται ἀπό τήν λέξη βοῦρκος.

Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου


Βαρκός = ἑλῶδες ἔδαφος.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!