Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Βαγιοφόρα (η)

  1. η μικρή χάρτινη εικονίτσα που έβαναν παλιότερα στα βάγια και παρίστανε τον Ιησού Χριστό. «καθήμενον επί πώλου όνου».
  2. Οι παλιότεροι στο νησί έπαιρναν κλαδί μαυρολιάς, αλιφασκιάς, δεντρολίβανον, δάφνης και μαζί ένα φοινικόφυλλο, στο οποίο έδιναν το σχήμα σταυρού και έκαναν τη λεγόμενη βαϊοφόρα, την οποία πήγαιναν την παραμονή των Βαΐων στην εκκλησία και την άγιαζε ο παπάς. Τη βαγιοφόρα την κρεμούσαν στα εικονίσματα του σπιτιού, κι όταν πονούσε κάποιου η μέση την έβαναν απάνω και θεραπεύονταν. Τον επόμενο χρόνο την έκαιαν στο φούρνο και την αντικαθιστούσαν με νέα. Στη βαγιοφόρα προσάρμοζαν και την εικονίτσα του Χριστού που έπαιρναν την επόμενη από την εκκλησία.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!