Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βαΐζω

  1. λυγίζω, γέρνω μπρος τα εμπρός λόγω ηλικίας ή λόγω ασθένειας
  2. γέρνω σκόπιμα και συχνά με χάρη όπως οι λυγερόκορμες κοπέλες, «αι λυγίζουσαι, αι θλώσσαι την μέσην των εν τω περιπατείν ή ορχείσθαι» (Γ.Χ.Μαρ.)
  3. στα δέντρα: «Οι ελιές αβάισαν από το βάρος του καρπού» – «Εβάισαν οι πορτοκαλιές, και τους έβαλα διχάλες για να μη σπάσουν»

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βαΐζω (βάϊον) = λυγίζω, κάμπτομαι, κλίνω, γέρνω.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Βαΐζω (βαΐς). Καμπυλόνω ὡς ὁ κλάδος τοῦ βαΐου, (οὕτω ἐκ τῆς λύγου τὸ λυγίζω καὶ ἡ λυγερή, ἡ ἐν ἄλλοις τόποις τζακίστρα (λακίστρα), ἡ θλῶσα, λυγίζουσα τὴν μέσην της ἐν τῷ περιπατεῖν ἢ ὀρχεῖσθαι).

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!