Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βίγλα (η)

τόπος ψηλός απ΄ όπου κανείς μπορεί να παρατηρεί άνετα τις κινήσεις των γύρω περιοχών, κοινώς καραούλι
Άγγελος Σικελιανός, Ωδή στο Βαλαωρίτη, στ.1 «Ψηλά στη βίγλα που αγρυπνώ, σαν τον καλό τσοπάνο …». Υπάρχουν στο νησί πολλά τοπωνύμια με το όνομα Βίγλα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βίγλα /ἡ/ (Λ. vigila) = τόπος ἐποπτικός, παρατηρητήριον, καραοῦλι.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

η μικρή τρύπα κοντά στη μεγάλη ξύλινου υδροδοχείου (βαρελιού), προοριζόμενη για την είσοδο του αέρα για την πίεση και έξοδο του νερού από τη μεγάλη τρύπα
Μια φορά κι έναν καιρό … Φίλιππου Λάζαρη / Επιμέλεια λεξιλογίου Βασίλης Φίλιππας

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!