Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βέργα (η)

  1. Μικρό, λεπτό και ευλύγιστο ραβδί, κοινώς βίτσα.
  2. Οι κληματόβεργες.
  3. Οι βέργες μοσχεύματα, που κλαδεύονται από τα αμπέλια επιλεκτικά, για να φυτευτούν σε καλοσκαμμένο, βαθειά, χωράφι για τη δημιουργία νέου αμπελιού, (βλ. αμπελοφύτι). Τις βέργες αυτές τις κάνουν μάτσα και τις χώνουν στο έδαφος, για να μην ξεραθούν, ως τον Απρίλη, που θα φυτευθούν, δεδομένου ότι τις κόβουν το Δεκέμβρη, αλλά και να μουριάσουν, να κινήσουν οι χυμοί. Οι βέργες αυτές λέγονται επικρατέστερα, καταβολάδες. Δημοτικό τραγούδι: «Εσέ σου πρέπει, δάσκαλε, να ΄χεις χρυσή βεργούλα / όπως την έχει ο βασιλιάς με τη βασιλοπούλα», άλλο: «όλες οι βέργες οι λιανές κι όλες οι βεργολυγερές … » (Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας, σελ 17).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βέργα /ἡ/ (Ἰ. verga, Ἀλ. dρέγα) = λεπτὸν εὔκαμπτον κλαδίον, βίτσα.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


(η) Η μεσαιωνική βέργα από το ιταλικό verga. Οι παλιοί – όπως προείπαμε – δάσκαλοι είχαν τη βέργα ως παιδαγωγικό μέσο τιμωρίας και σωφρονισμού των αμελών και άτακτων μαθητών.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


βέργα (ἡ): μεταλλική ράβδος, (ΛΑΤ. Virga, IT. verga).

Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!