Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βάζο (το)

  1. όλα τα μικρά δοχεία που έβαζαν μέσα καφέ, ζάχαρη, τσάι κτλ.. τα ΄λεγαν βάζα.
  2. Ο κυκλικός τοίχος των ανεμόμυλων.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


βάζο (τό): δύο μακρυά καί χονδρά ξύλα (συνήθως κορμοί) στό μῆ­κος περίπου τοῦ καϊκιοῦ, ἑνωμένα μεταξύ τους μέ ξύλα ἤ σίδερα κάθετα σέ αὐτά. Πάνω σ᾿ αὐτή τήν βάση θά συρθεῖ τό καΐ­κι ὅταν τελειώσει γιά νά πέσει στήν θά­λασσα, (Κ. Δια­μαντίδης – Α. Ζήβας: «ΤΟ ΤΡΕΧΑΝΤΗΡΙ ΣΤΗΝ ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΗ ΝΑΥ­­­ΠΗΓΙΚΗ ΤΕΧΝΗ», Ἔκδοση ΕΟΜΜΕΧ, Ἀθῆ­να 1986, σελ. 41). Ἐπίσης ὁ κυκλικός τοῖχος τῶν ἀνεμομύλων.

βάζο (τό): οἱ περιφερειακοί τέσσερις τοῖχοι τοῦ ὀρόφου, πρίν τήν κα­τα­σκευή τῆς στέγης, ( IT. vaso).

Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!