Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ασκιδιά (η)

δερμάτινος κουβάς για την εξαγωγή νερού.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

αποτελούνταν από το μπροστινό μέρος του δέρματος (μόνο γιδίσιο) που αφού έδεναν το λαιμό με σπάρτο ή σχοινί, το επάνω μέρος το γύριζαν προς τα έξω ράβοντας το και περνούσαν ένα ξύλο  και από το ξύλο ένα χοντρό σύρμα και έδεναν το σχοινί. Μ΄ αυτό αντλούσαν νερό από τα πηγάδια και το έριχναν στις ποτίστρες ή γέμιζαν τα σακούλια ή τα ξυλοβάρελα για μεταφορά του στο χωράφι την εποχή του θερισμού. Είχαν και πέτσινα τέτοια με μια προεξοχή όπου έβαζαν μια ξύλινη κάνουλα για να πίνουν το νερό πιο εύκολα.

Γλωσσάριο Μιλτ. Δ. Κακλαμάνη

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!