Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αδράζω ή αδράχνω

πιάνω κάποιον με γρήγορη κίνηση, με βίαιες διαθέσεις.
«Τον άδραξα από το λαιμό, αλλά μου ξέφυγε», «άδραξα μια πέτρα και έριξα κατ΄ απάνω του» – «Τον άδραξα απ΄ τα μαλλιά και τον έβγαλα απ΄ τη θάλασσα. Τον έσωσα.»

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀδράζω:  (ἀ-δράσσω) = συλλαμβάνω διὰ ταχείας κινήσεως, κρατῶ διὰ τῆς χειρός.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Ἁδράζω = ἁρπάζω κάτι μέ ὁρμή, ἤ πιάνω κάτι μέ ὄρεξη (ἀπό τή λέξη ἅδραγμα).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής


Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!