Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αδειάζω

  1. ευκαιρώ, εκκενώνω κάτι, δεν είμαι απασχολημένος:
    «άδειασε το νερό απ΄ την βαρέλλα, να φέροομε φρέσκο».
  2. «Όταν αδειάσω θα έρθω» – «Που να αφήσουν εμένα τα βάσανα ν΄ αδειάσω!» – και περιφρονητικά: «Δεν αδειάζω!» – «Δεν αδειάζω ούτε να πεθάνω …» – «Δεν αδειάζω ούτε να ξυστώ.»
  3. «Άδειασε μας τη γωνιά».
    Όταν θέλομε να απομακρύνομε κάποιον: «Άδειασέ μας τα πιάτα» αστεϊσμός.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

___________________________________________________________________________________________________________________

Ἀδειάζω:  (ἀ-δέω) = ἐκκενῶ, εὐκαιρῶ, δὲν ἀπασχολοῦμαι ὑπό τινος ἀνάγκης. «δὲν ἀδειάζω» = δὲν εὐκαιρῶ.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!