Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγγελοκρούζω

  1. προξενώ σε κάποιον πόνους
  2.  το παθητικό αγγελοκρούζομαι = φοβάμαι πολύ. «Μόλις τους είδα αγγελοκρούστικα», εξού και η κατάρα, «μωρέ αγγελοκρουζμένο που ‘να μ΄ εύρει ο χρόνος».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀγγελοκρούζω:  (ἄγγελος – κρούω) = προκαλῶ δριμὺν καὶ αἰφνίδιον πόνον, αἰφνιδιάζω, τρομοκρατῶ.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Αγγελοκρούστηκα, με την έννοια του τρομοκρατήθηκα. Από τις λέξεις άγγελος και κρούω.
Ο Κοντομίχης αποδίδει το παθητικό ρήμα αγγελοκρούζομαι ως φοβάμαι πολύ, ενώ στο παράρτημα του λεξικού του, Γλωσσάριον Γ.Χ.Μαραγκού, καταχωρείται η σχετική λέξη με παραπομπές στην Αγία Γραφή και αναφορά στη μυθολογία (Ερμής ψυχοπομπός αντίστοιχος του Μιχαήλ).
Ακριβέστερα αποδίδει ο καθηγητής Σκουβαράς (Άνθιμος Ολυμπιώτης, λεξιλόγιο, σελ. 209): αγγελοκρούομαι, ψυχομανώ. Με χτυπάει ο άγγελος του θανάτου, Μιχαήλ (ο οποίος εικονογραφείται με σπάθη και «παίρνει ψυχές).
Στο χωριό όταν κάποιος μας ξαφνιάει λέμε: Μ΄ αγγελόκρουξες» (με τρόμαξες).
Ο Λάζαρης έφκιασε και ένα τύπο αγκελοκρούζω (με γκ) σχετικό όμως με το αγξελώνω (από το ακίς, αγκίδα), άσχετο με το θέμα μας.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!