Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγάντα (επιρρ.)

  1. Ναυτικός όρος, προστακτική του ρήματος αγαντάρω που πήρε την σημασία επιρρήματος = δύναμη, αντίσταση. Φράσεις: «κάνε αγάντα» = πιάσου και κρατήσου καλά ή απλή παρακέλευση: «αγάντααα…» = βάστα καλά. Στα λιμάνια αγάντες λένε τους στύλους ή πασσάλους που δένουν τα πλεούμενα: «έχει πολλές αγάντες εδώ ο μώλος».
  2. Έχει την σημασία της βοήθεια από ή σε κάποιον: «Κάμε του αγάντα» ή «μόκαμε αγάντα».
  3. Σημαίνει πράξη ή ενέργεια χωρίς περιορισμό: «βαράτε αγάντα» ή «φάτε αγάντα» κλπ.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Επίρρημα ναυτικό, που σημαίνει αντίσταση και προσπάθεια για καλύτερο αποτέλεσμα. Στο χωριό ακούγεται συχνά. Αγάντα να τελειώσουμε! Απ΄ το λιμάνι πέρασε στη ζωή των στεριανών. Το σχετικό ρήμα είναι αγαντάρω, ιταλικής προέλευσης, agguantare, που σημαίνει αρπάζω, κρατώ. Μας θυμίζει (δεν είναι άσχετο) το … γάντι (γαλλικό gant).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!