Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβγατίζω ή αὐγατίζω και αβγαταίνω

αυξάνω κάτι, αμετ. = αυξάνομαι. πχ. λέμε ότι το ρύζι, τα μακαρόνια κλπ αβγατίζουν στο βράσιμο.
Και ακόμα: «αυτός αβγάτισε την περιουσία του δουλεύοντας μέρα νύχτα».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Αὐγατίζω (ἐκ τῆς δμτ. αὐγόν, αὐγᾶτος, Ἰ. aumentare) = πληθύνω, ἐπαυξάνω, πολλαπλασιάζω.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Φωνητικά προέρχεται από τη λέξη πιθανώς αβγό. Λεξιλογιά όμως σχετίζεται άμεσα με το ρήμα εκβαίνω, εκβατός. Ο Μπαμπινιώτης λέγει: «από το αρχαίο εκβαίνω, εκβατός, με πιθανή επίδραση της λέξης αβγό». Υπάρχει πιθανότητα να σχετίζεται με το λατινικό augeo, αυξάνω, οπότε δικαιολογείται και η γραφή αυγατίζω.
Προτιμητέα γραφή με β, που την προτιμά και ο Κοντομίχης, από τη συνεκφορά τα Ωά, τα ουά, τ΄ αβγά – τ΄αβγό (κατά τον Ανδριώτη, που ακολουθεί τον Χατζηδάκι).
Ο Σκαρλάτος (546) το δίνει αυγατίζω και αυγατώ, εκ του λατινικού augere=αυξάνω. Στο Λεξικό Ακαδημίας: αβγαταίνω – αυξάνω. Αβγό, απ΄το μεσαιωνικό αβγόν, εκ του αρχαίου ωόν. (Α’ 15, 16, 18).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!